Ψυχογενής Ανορεξία. Μία Οικογενειακή Διαταραχή.

Δημήτρης Κούκης | Ψυχολόγος (BA, MSc) – Συστημικός Ψυχοθεραπευτής

Η ψυχογενής ανορεξία αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές και πολύπλοκες ψυχιατρικές διαταραχές. Αποτελεί παράλληλα και θεραπευτική – ερευνητική πρόκληση για τους ειδικούς της ψυχικής υγείας, αλλά και σοβαρή παθογένεια της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.

Ο εκούσιος περιορισμός της τροφής και η ανυποχώρητη επιδίωξη της λεπτότητας του σώματος συνδυάζονται πάντα με την άρνηση αναγνώρισης της παθολογίας και την πεισματική αντίσταση σε κάθε βοήθεια. Εμφανίζεται έτσι, πέρα από την ορατή απίσχναση, ένα ευρύ φάσμα σωματικών και ιατρικών προβλημάτων, ενώ η ανεπιτυχής αντιμετώπιση της διαταραχής οδηγεί σε χρόνιες αναπηρικές καταστάσεις ή και στο θάνατο (5%). Γενικότερα οι διατροφικές διαταραχές έχουν τον υψηλότερο δείκτη θνησιμότητας από όλες τις ψυχικές νόσους, ξεπερνώντας κατά πολύ την χρήση ουσιών κι αλκοόλ.

Η ψυχογενής ανορεξία σπάνια εκδηλώνεται αυτονομημένη, ως παθολογία. Παρουσιάζει υψηλά ποσοστά συννοσηρότητας κυρίως με την κατάθλιψη, τις αγχώδεις διαταραχές και κυρίως την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και επηρεάζει τις γυναίκες πολύ περισσότερο από τους άντρες. Η ανορεξία συνήθως παρουσιάζεται στην αρχή της εφηβείας, αλλά τα τελευταία χρόνια η ασθένεια εμφανίζεται σ’ όλο και περισσότερα κορίτσια της πρώτης σχολικής ηλικίας.

Τι μπορεί να προσφέρει μια οικογενειακή ψυχοθεραπευτική μέθοδος σε μία διαταραχή που φαίνεται να αφορά ένα άτομο και ειδικά μία νεαρή κοπέλα;

Με αφορμή τις παρακάτω σκέψεις θα συζητήσουμε την προσέγγιση που υιοθετεί η συστημική υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική κατεύθυνση, όταν έρχεται αντιμέτωπη με το πρόβλημα της ανορεξίας, ενώ παράλληλα θα καταδείξουμε το θέμα της ανορεξίας, ως δυσκολία όχι μιας «ανορεκτικής έφηβης», αλλά μιας «ανορεκτικής οικογένειας»…

Ο όρος «ανορεξία» ασφαλώς είναι παραπλανητικός, καθώς παραπέμπει σε απουσία ή μείωση της όρεξης για τροφή. Στην πραγματικότητα κάθε ανορεκτική ασθενής έχει έντονο το αίσθημα της πείνας και απέχει εκούσια από το δώρο της τροφής. Με τη θέλησή της, επίμονα και πεισματικά, αρνείται να φάει. Και βιώνει πολλαπλές εκδοχές μίας εμπειρίας θανάτου. Κάθε νέα κοπέλα με ανορεκτικό σύνδρομο συνομιλεί καθημερινά με το θάνατο κι ας απευθύνεται με τρόπο οδυνηρό στη ζωή.

Η ανορεξία συχνά περιγράφεται, ως ναρκωτικό χωρίς να περιέχει ουσία. Μπορούμε να βρούμε πολλά κοινά σε μία ανορεκτική κοπέλα και σε έναν ναρκομανή. Πέρα από το απισχνασμένο παρουσιαστικό, τους μελανούς κύκλους κάτω από τα μάτια, τα σημαδεμένα χέρια και την υποθερμία, υπάρχει η βασική έννοια της εξάρτησης, αλλά κυρίως η απουσία επιθυμίας. Και τελικώς και οι δύο δείχνουν ανίκανοι να δουν το θάνατο και ενώ ζητούν βοήθεια αδυνατούν να τη δεχθούν. Η ανορεκτική έφηβη επιτίθεται στο ίδιο το σώμα της με αυτοκαταστροφικό τρόπο και χάνεται στον κόσμο της επώδυνης ευχαρίστησης. Αυτοπαγιδεύεται και παραμένει στο αδιέξοδο περιθώριο.

Ποια εξελικτική πορεία ακολουθεί η διαταραχή της ανορεξίας;

Η ψυχογενής ανορεξία δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Εξελίσσεται σταδιακά μέσα στο χρόνο. Προηγούνται διάφορες απλές συμπεριφορές και στάσεις, αναφορικά με την τροφή, που σηματοδοτούν την εξέλιξη της διαταραχής.

Αρχικώς η έφηβη περιορίζει τα γεύματά της και διαχωρίζει τις τροφές σε «καλές» και «κακές», μέσω του εντατικού υπολογισμού των θερμίδων. Τα «επιτρεπόμενα» τρόφιμα συνεχώς μειώνονται, το ζύγισμα καθίσταται καθημερινή υποχρέωση και η έντονη σωματική άσκηση καταντά εμμονή. Η ανάγκη για τον απόλυτο έλεγχο των γευμάτων οδηγεί το κορίτσι να ετοιμάζει μόνο του κάθε γεύμα και να κλείνεται στο δωμάτιο του, υποστηρίζοντας ότι έχει φάει ήδη για να αποφύγει τις αντιδράσεις της οικογένειας. Η υπερπροσπάθεια διατήρησης του ορίου των ελάχιστων θερμίδων ημερησίως οδηγεί σε υποσιτισμό και προκαλεί άγχος, έντονο εκνευρισμό και επώδυνη ενοχή. Η ενδεχόμενη αποτυχία απώλειας του αναμενόμενου βάρους πυροδοτεί συναισθήματα απόγνωσης, ντροπής και ματαίωσης και οδηγεί σε νέο κύκλο ακόμα πιο εντατικής δίαιτας κι άσκησης.

Η οικογένεια αντιλαμβάνεται τις ανησυχητικές συμπεριφορές και στην προσπάθεια της να παρέμβει προκύπτουν καθημερινές διενέξεις και εντάσεις, δίχως κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Και για να αποφύγει περαιτέρω συγκρούσεις με την έφηβη… τελικώς συντονίζεται και διευκολύνει τη διαταραχή, με αποτέλεσμα να την συντηρεί, αναπτύσσοντας ιδιαίτερη μεταχείριση απέναντι στο παιδί.

“Ανορεκτική Έφηβη” ή “Ανορεκτική Οικογένεια”;

Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησης με την οικογένεια της 15χρονης Έλενας με διαγνωσμένη ανορεξία, ο θεραπευτής ρωτάει, αν έχουν διαμορφώσει κάποια υπόθεση για τους λόγους που οδήγησαν στην εμφάνιση της διαταραχής στην κόρη τους. Η μητέρα παίρνει βιαστικά το λόγο: «…είναι η αρρώστια της εποχής μας. Όλες οι κοπέλες βλέπουν σε περιοδικά και τηλεόραση αδύνατα μοντέλα και θέλουν να τους μοιάσουν. Αντί να ασχολούνται με τα μαθήματα, συζητούν στα chat και στο facebook για δίαιτες και λιπολυτικές ουσίες…». Ο πατέρας κι ο μεγάλος αδελφός της Έλενας δείχνουν να συμφωνούν κουνώντας καταφατικά το κεφάλι τους. Η Έλενα οργίζεται και φωνάζει: «Μα δεν καταλαβαίνετε τελικά τίποτα από ό,τι μου συμβαίνει;». Στην πορεία της θεραπευτικής διεργασίας, η Έλενα συνεχίζει: «πάντα βάζω στο πιάτο μου όσο σκοπεύω να φάω. Η μαμά αμέσως σπεύδει να προσθέσει άλλο τόσο και ουρλιάζει κατακόκκινη… «Θα το φας! Πρέπει να πάρεις βάρος! Δε θα μας πεθάνεις εσύ!». Αν δεν πετύχει η προσπάθεια της να φάω, αντιδρά χειρότερα. Πιάνει τα πιάτα όλων και τα πετάει κάτω, σκορπίζοντας το φαγητό στο πάτωμα, και φωνάζει ειρωνικά: «Ευχαριστώ που με πικραίνεις!». Η Έλενα συνεχίζει: «Με σκοτώνει αυτό! Κατασκευάζει μακάβρια σενάρια, λέγοντας, πως εκείνη θα πεθάνει από την πίκρα που της δίνω, ότι ο πατέρας θα τρακάρει κάποια στιγμή, μη αντέχοντας το μαρτύριο, που ζει ή ότι ο αδελφός μου θα πέσει από το μπαλκόνι να λυτρωθεί από τους καυγάδες και τις εντάσεις. Για εκείνους είμαι μία εγωίστρια, που παίρνω όλη την οικογένεια στο λαιμό μου. Αναρωτιέμαι τελικώς ποια από τις δύο πλευρές είναι το θύμα!

Αφήνω τον εαυτό μου να υποφέρει, μήπως καταλάβουν πως με πονάει η συμπεριφορά τους και πως αντί να μου δώσουν μία αγκαλιά μιλούν διαρκώς μόνο για φαγητό. Φοβάμαι την εικόνα μου στον καθρέπτη, με τρομάζει που λιώνω». «Κι αν πεθάνεις;» ρωτάει ο θεραπευτής. «Σιγά μην πεθάνω! Αλλά και να πεθάνω δε με νοιάζει. Απλώς θέλω να κλείσω τα μάτια και να φύγω, έτσι απλά και γρήγορα. Κουράστηκα».

Tα αποτελέσματα των μελετών για την αιτιολογία της ψυχογενούς ανορεξίας αναδεικνύουν την πολυπαραγοντική φύση της. Οι βιολογικοί παράγοντες φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ευαλωτότητα ορισμένων κοριτσιών για την εμφάνιση της διαταραχής συγκεκριμένη περίοδο της βιολογικής τους ωρίμανσης. Η προσωπικότητα και το ψυχολογικό κλίμα της οικογένειας αποτελούν τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που σχετίζονται με το αυξημένο άγχος του γενετικά ευάλωτου κοριτσιού. Όταν λόγω της αυξημένης πολιτισμικής πίεσης στις δυτικές κοινωνίες το κορίτσι ξεκινήσει να κάνει δίαιτα και να στερείται τροφής, ανακαλύπτει ένα νέο τρόπο για να μειώσει το άγχος του και να βελτιώσει την αυτοεικόνα του. Οι θετικές αρχικά κι αρνητικές αργότερα στάσεις των άλλων, σε συνδυασμό με τις αρνητικές αλλαγές στη σκέψη, τη διάθεση και την προσοχή, που προκαλεί ο υποσιτισμός ευοδώνουν τη διαιώνιση της ασθένειας. Δίχως να παραγνωρίζουμε λοιπόν την πολυπαραγοντική διάσταση της ψυχογενούς ανορεξίας, θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε περισσότερο στη συμμετοχή της οικογένειας, τόσο στην εμφάνιση, όσο και στην ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση της διαταραχής.

Η θεραπευτική πράξη δείχνει ξεκάθαρα ότι δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις ωθούν σε εκδήλωση διαταραχών στην πρόσληψη της τροφής. Οι περισσότερες ανορεκτικές ασθενείς περιγράφουν τις μεν μητέρες τους ως υπερεμπλεγμένες, υπερπροστατευτικές και δίχως σαφή διαχωριστικά όρια μεταξύ του εαυτού τους και της κόρης τους, τους δε πατέρες τους ως ψυχρούς κι απόμακρους, όχι απαραίτητα ως προς την σωματική τους υπόσταση, αλλά συναισθηματικά, στον τρόπο που εμπλέκονται στην οικογένεια και στις αποφάσεις της.

Οι σχέσεις της οικογένειας χαρακτηρίζονται από υπερβολική εγγύτητα, με συγκεχυμένα όρια και κατάπνιξη της ατομικότητας και του ατομικού προσωπικού χώρου, ενώ κυριαρχεί υπέρμετρη συναισθηματική εμπλοκή. Ο υπερβολικός βαθμός επικοινωνίας και φροντίδας διαμορφώνει ένα τοξικό οικογενειακό μικροκλίμα, όπου διαχέεται ανεπεξέργαστο συναίσθημα και άγχος.

Οι ανορεκτικές κοπέλες τις περισσότερες φορές μοιράζονται με τις μητέρες τους κοινές ανησυχίες για τη διατροφή και το σώμα. Γενικότερα οι οικογένειες με ανορεκτικό μέλος δείχνουν να είναι δυσλειτουργικές και άκαμπτες, με σαφή δυσκολία επίλυσης των συγκρούσεων και με σταθερά διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις. Η παθολογική αυτή εικόνα των οικογενειακών δυναμικών αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τη σωματική αντίδραση μίας έφηβης στην ψυχολογική πίεση.

Η δομική οικογενειακή θεραπεία, όπως ονομάστηκε, ανέπτυξε μία προσέγγιση στην ψυχογενή ανορεξία, υπό το ευρύτερο πρίσμα της θεραπείας ψυχοσωματικών οικογενειών. Η νευρική ανορεξία ορίζεται όχι μόνο από την συμπεριφορά ενός μέλους της οικογένειας, αλλά και από την εμπλοκή όλων των μελών της οικογένειας. Οι δομικές θεραπευτικές παρεμβάσεις σε οικογένειες με ανορεκτικό μέλος επεξεργάζονται τις συναλλαγές μεταξύ των μελών της οικογένειας και είναι σχεδιασμένες να μεταβάλλουν την οικογενειακή οργάνωση, αμφισβητώντας παθολογικές συμπεριφορές, που διατηρούν την ομοιόσταση της οικογένειας. Κάθε θεραπευτική κίνηση αποσκοπεί να μεταβάλλει την ακαμψία της οικογένειας, να εμπνεύσει σε κάθε μέλος τη δυνατότητα για ολοκληρωτική υπέρβαση και να προσανατολίσει τελικώς όλη την οικογένεια σε ένα ευχαριστιακό τρόπο ζωής. Άλλωστε όλοι είμαστε κάτι παραπάνω από τις σκοτεινές μας πλευρές κι όλοι δικαιούμαστε τη χαρά της διορθωτικής εμπειρίας.

Συμπερασματικά η ανορεκτική συμπεριφορά γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο του οικογενειακού συστήματος. Η οργάνωση της οικογένειας, δηλαδή η κατανόηση της δομής και της λειτουργίας της, μας βοηθάει να ερμηνεύσουμε το πρόβλημα και να παρέμβουμε. Και η οικογένεια αποτελεί το φυσικό πλαίσιο ανάπτυξης, αλλά και επούλωσης των προβλημάτων, κι εκεί θα στηριχθεί ο οικογενειακός θεραπευτής για την πραγμάτωση των θεραπευτικών στόχων. Η δυσλειτουργία της ανορεξίας γίνεται πλέον μια διάγνωση του οικογενειακού συστήματος και όχι ατομική.

Μία κοπέλα που αφήνει τον εαυτό της να παραδοθεί στη νευρική ανορεξία δεν το κάνει από έγνοια για το σώμα της. Η αιτία πηγάζει κυρίως από την ίδια της την οικογένεια, στην οποία επιδιώκει να περάσει ένα μήνυμα. Θυσιάζεται ψυχολογικά, αλλά και σωματικά, πληγώνεται, για να μην πληγώσει. Οι σκέψεις και οι συμπεριφορές του θανάτου είναι ευθέως ανάλογες με το ποσό της αβίωτης ζωής της. Και ίσως τελικώς το ανορεκτικό παιχνίδι του θανάτου είναι αυτό που μπορεί να την σώσει και να της χαρίσει νέα ζωή. Η ανορεκτική κοπέλα, μέσα σε μία υπερπροστατευτική και καταπιεστική οικογένεια, επαναστατεί κι αντιδρά, χρησιμοποιώντας το μοναδικό πράγμα που οι άλλοι δε μπορούν να χειριστούν: το σώμα και την τροφή της. Επιτρέπει στο σώμα και την ψυχή της να νοσήσει, προκειμένου να τραβήξει την προσοχή των γύρω της. «Ποιον θέλεις να σκοτώσεις;» είναι η ερώτηση του θεραπευτή προς την έφηβη, που αρνείται να φάει. Κάνοντας την ανορεξία ταυτότητά της και το σώμα της κινούμενο σκελετό φροντίζει αυτούς, που θα έπρεπε να τη φροντίζουν και αποδεικνύεται πιο υπεύθυνη κι πιο ώριμη από τους γονείς της. Η ανορεξία εκφράζει την προβληματική και την παθολογία της οικογένειας, προσφέροντας αλλαγή, χωρίς αλλαγή. Συνεπώς αναφερόμαστε σε «ανορεκτικές οικογένειες» κι όχι σε «ανορεκτικές κοπέλες».

Θεραπευτική Προσέγγιση σε Οικογένειες με Ανορεκτικό Μέλος

Αντίθετα με πολλές γραμμικές θεραπευτικές κινήσεις, που επικεντρώνονται στη σημασία και την κυριαρχία του επώδυνου παρελθόντος στο παρόν, βασική αρχή κάθε οικογενειακής ψυχοθεραπευτικής προσπάθειας αποτελεί πως η παρέμβαση πρέπει να συμβεί στο εδώ και τώρα. Και τελικώς θεραπευτική αλλαγή επέρχεται, μόνο όταν στερεοτυπικές και δυσλειτουργικές σχέσεις εντός της οικογένειας παρακάμπτονται υπέρ πιο προσαρμοστικών συμπεριφορών και όταν νέες οικογενειακές δομές προκύπτουν. Βασικός στόχος της θεραπείας είναι όχι μόνο ένα αλλαγμένο άτομο, αλλά ένα αλλαγμένο κι άρτιο λειτουργικό οικογενειακό σύστημα.

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο η συστημική – υπαρξιακή προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία, δεν αρκείται σε μία απλή διάγνωση των συμπτωμάτων της ανορεκτικής συμπεριφοράς, απομονωμένης από ένα συνολικότερο πλαίσιο, κάτι που θα οδηγούσε και σε συγκεκριμένες λύσεις και διεξόδους. Αντιθέτως, η συστημική ψυχοθεραπεία προσπαθεί να δει την ανορεξία στα ευρύτερα πλαίσια μέσα στα οποία αυτή εμφανίζεται. Κι η οικογένεια αποτελεί το βασικότερο πλαίσιο – σύστημα. Το σύμπτωμα, στην περίπτωσή μας η ψυχογενής ανορεξία, εξυπηρετεί τη λειτουργικότητά της οικογένειας, προσφέροντας διέξοδο σε συνθήκες αδιεξόδου. Έτσι η έφηβη, που εμφανίζει συμπτώματα ανορεξίας γίνεται ο «ταυτοποιημένος ασθενής», μέσω του οποίου το οικογενειακό σύστημα αποκτά συνοχή, μειώνει το άγχος του και συχνά οργανώνεται γύρω από αυτό. Αναλαμβάνει συνεπώς η ανορεκτική κοπέλα να απορροφήσει, μέσα από τη συγκεκριμένη ψυχική ασθένεια, την προβληματική και την παθολογία όλης της οικογένειάς της. Η ανορεξία της νέας κοπέλας έρχεται να εκφράσει όσο μπορεί πιο ηχηρά την οικογενειακή δυσλειτουργία και να κινητοποιήσει το περιβάλλον της.

Η εμφάνιση ψυχογενούς ανορεξίας κρύβει συνήθως μια ματαιότητα αλληλεπιδράσεων στα μέλη της οικογένειας. Γονείς και παιδιά δείχνουν να έχουν παγιδευτεί σε ένα σισύφειο μοτίβο ανταλλαγής πόνου και εντυπωσιακής αντίστασης σε κάθε αλλαγή. Όταν μια ανορεκτική οικογένεια έρχεται για θεραπεία, οι γονείς και τα αδέλφια της έφηβης θεωρούν ότι απλώς την συνοδεύουν στον ειδικό. Είναι πεπεισμένοι πως όλα εξελίσσονται λάθος για αυτό το παιδί. Έχουν δοκιμάσει τα πάντα (την επίπληξη, την τιμωρία, το καλόπιασμα, την απειλή, τη δωροδοκία) και νιώθουν απογοητευμένοι και δύσπιστοι για κάθε ενδεχόμενη λύση. Προσδοκούν απλώς από το θεραπευτή να δουλέψει αποκλειστικά με την ανορεκτική έφηβη, προκειμένου να επιστρέψει η ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή στο σπίτι τους. Στην οικογενειακή θεραπεία, ωστόσο, εξηγούμε ξεκάθαρα, πως ένα ανορεκτικό κορίτσι είναι μέρος ενός ευρύτερου συστήματος κι ο πιο θεραπευτικός τρόπος για να απαλλαγεί η οικογένεια από τα ανορεκτικά συμπτώματα είναι να αλλάξουν τα οικογενειακά πρότυπα που τα συντηρούν.

Στα αρχικά στάδια της θεραπείας με ανορεκτικά άτομα ο στόχος είναι να αντιμετωπιστεί η ενδεχόμενη απειλή για τη ζωή τους. Ένας συνδυασμός συμπεριφορικών κυρίως παρεμβάσεων, στοχεύει σε ύφεση των συμπτωμάτων και σε ανάκτηση βάρους. Μόνο τότε η θεραπεία μπορεί ουσιαστικά να αρχίσει. Η ανορεκτική ασθενής βρισκόταν σε μία ειδική θέση εντός της οικογένειας πολύ πριν αναπτυχθεί η ανορεξία. Η διαταραχή ενσωματώθηκε στο ήδη υπάρχον παθολογικό μοντέλο οικογενειακών συναλλαγών. Και το ανορεκτικό μέλος έχει τέτοια προνόμια και τόσα δευτερογενή οφέλη, λόγω της διαταραχής, που αρνείται να εγκαταλείψει το ρόλο της ασθενούς. Συνεπώς η ανορεξία τροφοδοτείται από τους γονείς, αλλά κι από την έφηβη. Στα ισχυρά αυτά οικογενειακά δυναμικά εισέρχεται ο θεραπευτής κι επιχειρεί με συγκεκριμένες τεχνικές, να αντιμετωπίσει τις συναλλακτικές οικογενειακές συνήθειες, που πυροδότησε και ενίσχυσε το σύνδρομο ανορεξίας.

Τρία είναι τα δομικά στοιχεία με τα οποία ασχολείται ο συστημικός θεραπευτής για μια οικογένεια με ανορεξικό μέλος:

  1. Η αμφισβήτηση των αντιλήψεων της οικογένειας.
    Οικογένειες με άκαμπτη δομή χρησιμοποιούν παθολογικές συμπεριφορές κάποιου μέλους (ταυτοποιημένος ασθενής), προκειμένου να διατηρήσουν την ομοιόσταση, εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος. Η εσκεμμένη διαταραχή των υπαρχόντων δυσλειτουργικών προτύπων συμπεριφοράς από τον ψυχοθεραπευτή, θέτει την οικογένεια σε αποδιοργάνωση και την φέρνει αντιμέτωπη με τα βαθύτερα προβλήματά της.
  2. Η παροχή εναλλακτικών δυνατοτήτων που έχουν νόημα για την οικογένεια. Ο συστημικός ψυχοθεραπευτής επιχειρεί με τρόπο εντατικό να αμφισβητήσει τους ομοιοστατικούς οικογενειακούς μηχανισμούς κι ωθεί ολόκληρη την οικογένεια να πειραματιστεί με εναλλακτικές διαπροσωπικές συμπεριφορές, εντός του ασφαλούς θεραπευτικού συστήματος.
  3. Η δοκιμή νέων προτύπων οικογενειακής αλληλεπίδρασης και στη συνέχεια η δημιουργία νέων σχέσεων και δομών μεταξύ των μελών. Οι υπερπροστατευτικοί ελιγμοί των γονιών στο παιδί που ασθενεί, απορροφά όλη την ενέργειά τους με αποτέλεσμα να μην φροντίζουν τη συντροφική τους σχέση και να παραμελούν τα υπόλοιπα παιδιά τους. Στόχος του ψυχοθεραπευτή είναι να διαταράξει την ασθενική ισορροπία αυτού του συστήματος της οικογένειας και να προσπαθήσει να εδραιώσει μια νέα οικογενειακή δομή, που να διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες.

Εν κατακλείδι…

Η ανορεξία λοιπόν αποδεικνύεται ισχυρός αντίπαλος, καθώς δε δοκιμάζεται μόνο το μέλος που ασθενεί, αλλά ολόκληρο το οικογενειακό πλαίσιο, που όχι μόνο συμμετέχει, αλλά και ευθύνεται για την έναρξη της ασθένειας.

Η οικογένεια μπορεί να απεικονιστεί με ένα δέντρο, όπου ο κορμός είναι οι γονείς και τα παιδιά οι καρποί αυτού του δέντρου. Το ανορεκτικό μέλος συμβολικά, αλλά και πρακτικά, ως ένας καρπός δέντρου, δείχνει να ξεραίνεται, καθώς οι χυμοί του απορροφόνται από τον ίδιο τον κορμό, που το είχε νωρίτερα τροφοδοτήσει. Οι γονείς βιώνουν συχνά βαθιά ματαίωση, αντικρύζοντας τα προσωπικά τους αδιέξοδα, κι απορροφούν τη ζωντάνια και την χαρά των παιδιών τους στην προσπάθεια τους να μείνουν ζωντανοί και να πολεμήσουν την υπαρξιακή τους θλίψη. Τέτοιες δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις παράγουν πίκρα κι απογοήτευση και ποτέ ευχαρίστηση. Ενοχοποιούν την ύπαρξη επιθυμιών, εγκλωβίζουν την ύπαρξη και εμποδίζουν την ελευθερία του πετάγματος…

Η ανορεκτική έφηβη βουλιάζει σε μία αυτοδημιούργητη μιζέρια και χάνει την ελευθερία της. Πολύ νωρίτερα όμως έχει χάσει τη δυνατότητα να επιθυμεί. Και η απουσία επιθυμίας στον άνθρωπο αποτελεί βαθιά οντολογική αναπηρία και οδηγεί σε υπαρξιακό κενό. Η ευχαριστιακή στάση στη ζωή της ανορεκτικής έφηβης χάνεται, αφού πρώτα χάθηκε η επιθυμία για την ίδια τη ζωή. Αισθάνεται βαθιά μέσα της την αδικία και τελικώς καταστρέφει την ίδια τη ζωή της, καθηλωμένη σε μία συνεχώς αυξανόμενη αδυναμία να χαρεί. Η ανορεξία είναι κελί απομόνωσης, όπου απουσιάζει πλήρως το αίσθημα της ελευθερίας. Καταντά βαρίδι, που εμποδίζει τη χαρά και τη φαντασία. Εξελίσσεται σε κάστρο προστασίας, που τελικώς φυλακίζει την ίδια την ύπαρξη.

Η θεραπευτικά προτεινομένη υπαρξιακή στάση ζωής ταυτίζεται με την ελευθερία, καθώς καλεί τον καθένα μας σε μία σταθερά ευχαριστιακή προσωπική πορεία στη ζωή. Η ανορεκτική έφηβη παρά τη ματαίωση και τη θλίψη που βιώνει, καλείται να μην παραδοθεί στο μοιραίο, αλλά να κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός και να ονειρευτεί. Άλλωστε κανείς ποτέ δεν έκανε όνειρα, δίχως να δει και εφιάλτες…

Για το Your Therapist,

Δημήτρης Κούκης | Ψυχολόγος (BA, MSc) – Συστημικός Ψυχοθεραπευτής

Μοιράσου αυτό το Άρθρο στο:

Share on facebook
Share on linkedin
Share on print